Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

Διψούσαν οι ελιές





Τρίτη ήταν θαρρώ.
Δε θαρρώ, ήταν!
Χάριν... προλόγου.

...και περπατούσα... και ΟΧΙ, δεν φωτογράφιζα.
...Ούτε τα ΆΓΙΑ... που ανθρωπάκια επισκιάσανε.

Παρόν κι ο Άγιος Κοσμάς;
Τον χάρηκα.
Τρεις, νομίζω.

Λυπημένη, μα είναι ΨΗΛΑ και ΒΛΕΠΕΙ, ΕΚΕΙΝΟΣ ΞΕΡΕΙ, τι επιτρέπει και για πόσο.

...Κι ο ουρανός σκοτείνιασε, μαυρίλα και ξαφνική καταιγίδα, ερχόταν...

"Να προλάβω... μη βραχεί η μπουγάδα μου..."
Μόνο εκεί, βγήκε η μηχανή, μόνο!

Ένας κύριος, με κοίταζε λίγο περίεργα...

"Φωτογραφίζω τις σταγόνες... Δυναμώνουν... κι έχω μπουγάδα απλωμένη."

"Άσε να βρέξει, να ποτιστούν οι ελιές μου! Θέλουν νερό."

"Πού είναι οι ελιές σου;"

'Εκεί."

"Άσε να μαζέψω την μπουγάδα μου και μετά, θα βρέξει. Θα ποτιστούν, αν κι αυτές οι βροχές, δεν είναι βροχές... κακιά μάνικα είναι..."

Δεν το είπα το τελευταίο.


...Η βροχή σταμάτησε... ο Ήλιος έκλεινε μάτι, η γειτόνισσα έλεγε:

'Χτύπησα, δεν άνοιξες, τηλεφώνησα, δεν απάντησες, σ' ήθελα να προλάβεις τα ρούχα..."

"...Προσευχήθηκα και σταμάτησε."

Με κοίταξε στραβά.
Εγώ, στα ίσια.


Υγ. Είτε πάνω, είτε κάτω, ήλιος θολός, το ίδιο κάνει.

Είθε οι ελιές, να βγάλουν πολλούς καρπούς, ΠΡΕΠΕΙ! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου